κατεβασιά
•
- λαϊκότροποη ορμητική κύλιση των νερών ενός χειμάρρου ή ποταμού Βικιλεξικό
- Δεν υπήρχε γεφύρι, κάποια κατεβασιά το είχε κάποτε σαρώσει. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
- λαϊκότροποκατηφοριά Βικιλεξικό
- λαϊκότροποο καταβάτης άνεμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεβασιά < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή καταβασία < αρχαία ελληνική κατάβασις < καταβαίνω < κατά + βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατεβασιά | κατεβασιές |
| Γενική | κατεβασιάς | κατεβασιών |
| Αιτιατική | κατεβασιά | κατεβασιές |
| Κλητική | κατεβασιά | κατεβασιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →