Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατεδαφιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κατεδάφιση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατεδαφιστικός < κατεδαφίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατεδαφιστικόςκατεδαφιστικήκατεδαφιστικό
Γενικήκατεδαφιστικούκατεδαφιστικήςκατεδαφιστικού
Αιτιατικήκατεδαφιστικόκατεδαφιστικήκατεδαφιστικό
Κλητικήκατεδαφιστικέκατεδαφιστικήκατεδαφιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατεδαφιστικοίκατεδαφιστικέςκατεδαφιστικά
Γενικήκατεδαφιστικώνκατεδαφιστικώνκατεδαφιστικών
Αιτιατικήκατεδαφιστικούςκατεδαφιστικέςκατεδαφιστικά
Κλητικήκατεδαφιστικοίκατεδαφιστικέςκατεδαφιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →