κατεδαφιστικός
•
- που έχει σχέση με την κατεδάφιση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεδαφιστικός < κατεδαφίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατεδαφιστικός | κατεδαφιστική | κατεδαφιστικό |
| Γενική | κατεδαφιστικού | κατεδαφιστικής | κατεδαφιστικού |
| Αιτιατική | κατεδαφιστικό | κατεδαφιστική | κατεδαφιστικό |
| Κλητική | κατεδαφιστικέ | κατεδαφιστική | κατεδαφιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατεδαφιστικοί | κατεδαφιστικές | κατεδαφιστικά |
| Γενική | κατεδαφιστικών | κατεδαφιστικών | κατεδαφιστικών |
| Αιτιατική | κατεδαφιστικούς | κατεδαφιστικές | κατεδαφιστικά |
| Κλητική | κατεδαφιστικοί | κατεδαφιστικές | κατεδαφιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →