Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατενθουσιάζω

ρήμα
•
  1. κάνω κάποιον να ενθουσιαστεί πολύ, του προκαλώ μεγάλο ενθουσιασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατενθουσιάζω < κατά + ενθουσιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατενθουσιάζωκατενθουσιάζειςκατενθουσιάζεικατενθουσιάζουμεκατενθουσιάζετεκατενθουσιάζουν / κατενθουσιάζουνε
Παρατατικόςκατενθουσίαζακατενθουσίαζεςκατενθουσίαζεκατενθουσιάζαμεκατενθουσιάζατεκατενθουσίαζαν / κατενθουσιάζαν / κατενθουσιάζανε
Αόριστοςκατενθουσίασακατενθουσίασεςκατενθουσίασεκατενθουσιάσαμεκατενθουσιάσατεκατενθουσίασαν / κατενθουσιάσαν / κατενθουσιάσανε
Μέλλονταςθα κατενθουσιάζω / θα κατενθουσιάσωθα κατενθουσιάζεις / θα κατενθουσιάσειςθα κατενθουσιάζει / θα κατενθουσιάσειθα κατενθουσιάζουμε / θα κατενθουσιάσουμεθα κατενθουσιάζετε / θα κατενθουσιάσετεθα κατενθουσιάζουν / θα κατενθουσιάζουνε / θα κατενθουσιάσουν / θα κατενθουσιάσουνε
Παρακείμενοςέχω κατενθουσιάσειέχεις κατενθουσιάσειέχει κατενθουσιάσειέχουμε κατενθουσιάσειέχετε κατενθουσιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κατενθουσιάσειείχες κατενθουσιάσειείχε κατενθουσιάσειείχαμε κατενθουσιάσει——
Υποτακτικήνα έχω κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζω / να κατενθουσιάσωνα έχεις κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζεις / να κατενθουσιάσειςνα έχει κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζει / να κατενθουσιάσεινα έχουμε κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζουμε / να κατενθουσιάσουμενα έχετε κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζετε / να κατενθουσιάσετενα κατενθουσιάζουν / να κατενθουσιάζουνε / να κατενθουσιάσουν / να κατενθουσιάσουνε
Προστακτική—κατενθουσίαζε / κατενθουσίασε——κατενθουσιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κατενθουσιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →