κατενθουσιάζω
•
- κάνω κάποιον να ενθουσιαστεί πολύ, του προκαλώ μεγάλο ενθουσιασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατενθουσιάζω < κατά + ενθουσιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατενθουσιάζω | κατενθουσιάζεις | κατενθουσιάζει | κατενθουσιάζουμε | κατενθουσιάζετε | κατενθουσιάζουν / κατενθουσιάζουνε |
| Παρατατικός | κατενθουσίαζα | κατενθουσίαζες | κατενθουσίαζε | κατενθουσιάζαμε | κατενθουσιάζατε | κατενθουσίαζαν / κατενθουσιάζαν / κατενθουσιάζανε |
| Αόριστος | κατενθουσίασα | κατενθουσίασες | κατενθουσίασε | κατενθουσιάσαμε | κατενθουσιάσατε | κατενθουσίασαν / κατενθουσιάσαν / κατενθουσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κατενθουσιάζω / θα κατενθουσιάσω | θα κατενθουσιάζεις / θα κατενθουσιάσεις | θα κατενθουσιάζει / θα κατενθουσιάσει | θα κατενθουσιάζουμε / θα κατενθουσιάσουμε | θα κατενθουσιάζετε / θα κατενθουσιάσετε | θα κατενθουσιάζουν / θα κατενθουσιάζουνε / θα κατενθουσιάσουν / θα κατενθουσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατενθουσιάσει | έχεις κατενθουσιάσει | έχει κατενθουσιάσει | έχουμε κατενθουσιάσει | έχετε κατενθουσιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατενθουσιάσει | είχες κατενθουσιάσει | είχε κατενθουσιάσει | είχαμε κατενθουσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζω / να κατενθουσιάσω | να έχεις κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζεις / να κατενθουσιάσεις | να έχει κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζει / να κατενθουσιάσει | να έχουμε κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζουμε / να κατενθουσιάσουμε | να έχετε κατενθουσιάσει / να κατενθουσιάζετε / να κατενθουσιάσετε | να κατενθουσιάζουν / να κατενθουσιάζουνε / να κατενθουσιάσουν / να κατενθουσιάσουνε |
| Προστακτική | — | κατενθουσίαζε / κατενθουσίασε | — | — | κατενθουσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατενθουσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →