Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατεξουσιάζω

ρήμα
•
  1. λόγιοεξουσιάζω σε απόλυτο βαθμό κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατεξουσιάζω < ελληνιστική κοινή κατεξουσιάζω < κατεξουσία < κατ- + αρχαία ελληνική ἐξουσία

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατεξουσιάζωκατεξουσιάζειςκατεξουσιάζεικατεξουσιάζουμεκατεξουσιάζετεκατεξουσιάζουν / κατεξουσιάζουνε
Παρατατικόςκατεξουσίαζακατεξουσίαζεςκατεξουσίαζεκατεξουσιάζαμεκατεξουσιάζατεκατεξουσίαζαν / κατεξουσιάζαν / κατεξουσιάζανε
Αόριστοςκατεξουσίασακατεξουσίασεςκατεξουσίασεκατεξουσιάσαμεκατεξουσιάσατεκατεξουσίασαν / κατεξουσιάσαν / κατεξουσιάσανε
Μέλλονταςθα κατεξουσιάζω / θα κατεξουσιάσωθα κατεξουσιάζεις / θα κατεξουσιάσειςθα κατεξουσιάζει / θα κατεξουσιάσειθα κατεξουσιάζουμε / θα κατεξουσιάσουμεθα κατεξουσιάζετε / θα κατεξουσιάσετεθα κατεξουσιάζουν / θα κατεξουσιάζουνε / θα κατεξουσιάσουν / θα κατεξουσιάσουνε
Παρακείμενοςέχω κατεξουσιάσειέχεις κατεξουσιάσειέχει κατεξουσιάσειέχουμε κατεξουσιάσειέχετε κατεξουσιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κατεξουσιάσειείχες κατεξουσιάσειείχε κατεξουσιάσειείχαμε κατεξουσιάσει——
Υποτακτικήνα έχω κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζω / να κατεξουσιάσωνα έχεις κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζεις / να κατεξουσιάσειςνα έχει κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζει / να κατεξουσιάσεινα έχουμε κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζουμε / να κατεξουσιάσουμενα έχετε κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζετε / να κατεξουσιάσετενα κατεξουσιάζουν / να κατεξουσιάζουνε / να κατεξουσιάσουν / να κατεξουσιάσουνε
Προστακτική—κατεξουσίαζε / κατεξουσίασε——κατεξουσιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κατεξουσιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →