κατεξουσιάζω
•
- λόγιοεξουσιάζω σε απόλυτο βαθμό κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεξουσιάζω < ελληνιστική κοινή κατεξουσιάζω < κατεξουσία < κατ- + αρχαία ελληνική ἐξουσία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατεξουσιάζω | κατεξουσιάζεις | κατεξουσιάζει | κατεξουσιάζουμε | κατεξουσιάζετε | κατεξουσιάζουν / κατεξουσιάζουνε |
| Παρατατικός | κατεξουσίαζα | κατεξουσίαζες | κατεξουσίαζε | κατεξουσιάζαμε | κατεξουσιάζατε | κατεξουσίαζαν / κατεξουσιάζαν / κατεξουσιάζανε |
| Αόριστος | κατεξουσίασα | κατεξουσίασες | κατεξουσίασε | κατεξουσιάσαμε | κατεξουσιάσατε | κατεξουσίασαν / κατεξουσιάσαν / κατεξουσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κατεξουσιάζω / θα κατεξουσιάσω | θα κατεξουσιάζεις / θα κατεξουσιάσεις | θα κατεξουσιάζει / θα κατεξουσιάσει | θα κατεξουσιάζουμε / θα κατεξουσιάσουμε | θα κατεξουσιάζετε / θα κατεξουσιάσετε | θα κατεξουσιάζουν / θα κατεξουσιάζουνε / θα κατεξουσιάσουν / θα κατεξουσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατεξουσιάσει | έχεις κατεξουσιάσει | έχει κατεξουσιάσει | έχουμε κατεξουσιάσει | έχετε κατεξουσιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατεξουσιάσει | είχες κατεξουσιάσει | είχε κατεξουσιάσει | είχαμε κατεξουσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζω / να κατεξουσιάσω | να έχεις κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζεις / να κατεξουσιάσεις | να έχει κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζει / να κατεξουσιάσει | να έχουμε κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζουμε / να κατεξουσιάσουμε | να έχετε κατεξουσιάσει / να κατεξουσιάζετε / να κατεξουσιάσετε | να κατεξουσιάζουν / να κατεξουσιάζουνε / να κατεξουσιάσουν / να κατεξουσιάσουνε |
| Προστακτική | — | κατεξουσίαζε / κατεξουσίασε | — | — | κατεξουσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατεξουσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →