Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατεργάρης

/ka.teɾˈɣa.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πονηρός άνθρωπος, που κάνει σκανδαλιές Βικιλεξικό
    • Ο Κώστας είναι μεγάλος κατεργάρης

Ετυμολογία

κατεργάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατεργάρης (κωπηλάτης σε κάτεργο, πανούργος) < κάτεργον + -άρης :* και ουσιαστικοποιημένο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατεργάρηςκατεργάρηδες
Γενικήκατεργάρηκατεργάρηδων
Αιτιατικήκατεργάρηκατεργάρηδες
Κλητικήκατεργάρηκατεργάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κατεργάρης

/ka.teɾˈɣa.ɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πανούργος, έξυπνος Βικιλεξικό
    • κατεργάρα γυναίκα, κατεργάρικο αγόρι
  2. πονηρός, παμπόνηρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατεργάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατεργάρης (κωπηλάτης σε κάτεργο, πανούργος) < κάτεργον + -άρης :* και ουσιαστικοποιημένο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατεργάρηςκατεργάρακατεργάρικο
Γενικήκατεργάρηκατεργάραςκατεργάρικου
Αιτιατικήκατεργάρηκατεργάρακατεργάρικο
Κλητικήκατεργάρηκατεργάρακατεργάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατεργάρηδεςκατεργάρεςκατεργάρικα
Γενικήκατεργάρηδων—κατεργάρικων
Αιτιατικήκατεργάρηδεςκατεργάρεςκατεργάρικα
Κλητικήκατεργάρηδεςκατεργάρεςκατεργάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →