Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατεργάρικος

/ka.teɾˈɣa.ɾi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κατεργάρη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατεργάρικος < κατεργάρ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατεργάρικοςκατεργάρικηκατεργάρικο
Γενικήκατεργάρικουκατεργάρικηςκατεργάρικου
Αιτιατικήκατεργάρικοκατεργάρικηκατεργάρικο
Κλητικήκατεργάρικεκατεργάρικηκατεργάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατεργάρικοικατεργάρικεςκατεργάρικα
Γενικήκατεργάρικωνκατεργάρικωνκατεργάρικων
Αιτιατικήκατεργάρικουςκατεργάρικεςκατεργάρικα
Κλητικήκατεργάρικοικατεργάρικεςκατεργάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →