κατεργάρικος
•
- που έχει σχέση με κατεργάρη, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεργάρικος < κατεργάρ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατεργάρικος | κατεργάρικη | κατεργάρικο |
| Γενική | κατεργάρικου | κατεργάρικης | κατεργάρικου |
| Αιτιατική | κατεργάρικο | κατεργάρικη | κατεργάρικο |
| Κλητική | κατεργάρικε | κατεργάρικη | κατεργάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατεργάρικοι | κατεργάρικες | κατεργάρικα |
| Γενική | κατεργάρικων | κατεργάρικων | κατεργάρικων |
| Αιτιατική | κατεργάρικους | κατεργάρικες | κατεργάρικα |
| Κλητική | κατεργάρικοι | κατεργάρικες | κατεργάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →