Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατεστημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το κατεστημένο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό, καθιερωμένος και παγιωμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθιστώ (με βάση την αρχαία ελληνική κατέστην, αόριστο τού καθίστημι)

Άλλοι τύποι

κατεστημένακατεστημένεκατεστημένεςκατεστημένηκατεστημένηςκατεστημένοκατεστημένοικατεστημένοςκατεστημένουκατεστημένουςκατεστημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →