Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθιστώ

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι ή κάποιον να έχει μια ιδιότητα Βικιλεξικό
    • Ο κοινοτικός σύμβουλος Αβδέλλης Ζήσης Βέρρος στις 19-5-35 απευθυνόμενος στον Έπαρχο Γρεβενών ως πρόεδρο του Ε.Τ.Ε.Ο (Επαρχιακό Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας) Γρεβενών αναφέρει ότι την κοινότητα Αβδέλλης διαρρέει ορμητικός ποταμός, σχηματιζόμενος από τα γύρω βουνά ο οποίος καθίσταται δύσβατος, κύρια την άνοιξη που οι χιόνες τήκονται και το φθινόπωρο με τις βροχές με αποτέλεσμα η διάβαση για πολλές ημέρες καθίσταται αδύνατος. (Αβδέλλα Γρεβενών – Από το βιβλίο του Βασίλη Αποστόλου «ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΓΡΕΒΕΝΩΝ», grevenamedia.gr, 19/5/2017 https://grevenamedia.gr/avdella-grevenon-apo-to-vivlio-tou-vasili-apostolou-ikismi-grevenon/)
    • Με τη διαθήκη του καθιστά κληρονόμους του τα παιδιά της αδερφής του
    • Πρέπει να του το καταστήσουμε σαφές το ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια
    • Την κατέστησε έγκυο

Ετυμολογία

καθιστώ < αρχαία ελληνική καθίστημι

Άλλοι τύποι

καθίσταμαικαθιστούσακατέστησακαταστήσωκατεστημένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →