κατευθυνόμενος
•
- που κατευθύνεται προς έναν τόπο Βικιλεξικό
- που κατευθύνεται από άλλους και δεν δρα με δική του πρωτοβουλία Βικιλεξικό
- που κατευθύνεται από κάποιους για την εξυπηρέτηση δόλιων στόχων Βικιλεξικό
- κατευθυνόμενες φήμες
Ετυμολογία
κατευθυνόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κατευθύνομαι
Άλλοι τύποι
κατευθυνόμενακατευθυνόμενεκατευθυνόμενεςκατευθυνόμενηκατευθυνόμενηςκατευθυνόμενοκατευθυνόμενοικατευθυνόμενοςκατευθυνόμενουκατευθυνόμενουςκατευθυνόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →