Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατευθυνόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που κατευθύνεται προς έναν τόπο Βικιλεξικό
  2. που κατευθύνεται από άλλους και δεν δρα με δική του πρωτοβουλία Βικιλεξικό
  3. που κατευθύνεται από κάποιους για την εξυπηρέτηση δόλιων στόχων Βικιλεξικό
    • κατευθυνόμενες φήμες

Ετυμολογία

κατευθυνόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κατευθύνομαι

Άλλοι τύποι

κατευθυνόμενακατευθυνόμενεκατευθυνόμενεςκατευθυνόμενηκατευθυνόμενηςκατευθυνόμενοκατευθυνόμενοικατευθυνόμενοςκατευθυνόμενουκατευθυνόμενουςκατευθυνόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →