κατευνάζω
•
- μεταβατικόηρεμώ, καθησυχάζω (για ανθρώπους, πάθη, συναισθήματα) Βικιλεξικό
- μεταβατικόηρεμώ, μειώνω (για σωματικές εκδηλώσεις, συμπτώματα ασθένειας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατευνάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατευνάζω (αρχική σημασία: βάζω κάποιον στο κρεβάτι για ύπνο)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατευνάζω | κατευνάζεις | κατευνάζει | κατευνάζουμε | κατευνάζετε | κατευνάζουν / κατευνάζουνε |
| Παρατατικός | κατεύναζα | κατεύναζες | κατεύναζε | κατευνάζαμε | κατευνάζατε | κατευνάζαν / κατευνάζανε / κατεύναζαν |
| Αόριστος | κατεύνασα | κατεύνασες | κατεύνασε | κατευνάσαμε | κατευνάσατε | κατευνάσαν / κατευνάσανε / κατεύνασαν |
| Μέλλοντας | θα κατευνάζω / θα κατευνάσω | θα κατευνάζεις / θα κατευνάσεις | θα κατευνάζει / θα κατευνάσει | θα κατευνάζουμε / θα κατευνάσουμε | θα κατευνάζετε / θα κατευνάσετε | θα κατευνάζουν / θα κατευνάζουνε / θα κατευνάσουν / θα κατευνάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατευνάσει | έχεις κατευνάσει | έχει κατευνάσει | έχουμε κατευνάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατευνάσει | είχες κατευνάσει | είχε κατευνάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατευνάσει / να κατευνάζω / να κατευνάσω | να έχεις κατευνάσει / να κατευνάζεις / να κατευνάσεις | να έχει κατευνάσει / να κατευνάζει / να κατευνάσει | να έχουμε κατευνάσει / να κατευνάζουμε / να κατευνάσουμε | να κατευνάζετε / να κατευνάσετε | να κατευνάζουν / να κατευνάζουνε / να κατευνάσουν / να κατευνάσουνε |
| Προστακτική | — | κατεύναζε / κατεύνασε | — | — | κατευνάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατευνάστηκακατευνάζομαικατευνάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →