κατηγόρημα
•
- γλωσσολογίαη απλή μορφή της ρηματικής φράσης, το μέρος της πρότασης που αποτελείται, είτε από μόνο το αμετάβατο ρήμα, είτε από το μεταβατικό ρήμα και το αντικείμενο ή αντικείμενα, είτε από το συνδετικό ρήμα και το κατηγορούμενο Βικιλεξικό
- Ο Γιώργος είναι πονηρός - Το κατηγόρημα αποτελείται από τις λέξεις είναι πονηρός
- Ο Νίκος έστειλε ένα γράμμα στον αδελφό του - Το κατηγόρημα αποτελείται από τις λέξεις έστειλε ένα γράμμα στον αδελφό του
- φιλοσοφίατο βασικό ή ουσιαστικό στοιχείο μιας υπόστασης, έννοιας, ιδιότητας κ.λπ. Βικιλεξικό
- λογικήμία συνάρτηση ή έκφραση που επιστρέφει την τιμή "αληθές" ή "ψευδές" Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηγόρημα < αρχαία ελληνική κατηγόρημα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prédicat
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγόρημα | κατηγορήματα |
| Γενική | κατηγορήματος | κατηγορημάτων |
| Αιτιατική | κατηγόρημα | κατηγορήματα |
| Κλητική | κατηγόρημα | κατηγορήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →