Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατηφής

/ka.tiˈfis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιομε πρόσωπο λυπημένο και σοβαρό Βικιλεξικό
    • διότι τὸ βλέμμα μου δὲν συναντᾷ ἢ τὰς κατηφεῖς, πρασινοκιτρίνους κεράμους τῶν ἔναντι οἰκιῶν, αἵτινες μοὶ φράσσουσι τὴν θελκτικὴν ἄποψιν τῆς παραλίας ὁδοῦ, καὶ τὰς πλινθοκτίστους καπνοδόχας τῶν ἐγγὺς ἀτμομηχανῶν, αἱ ὁποῖαι παρίστανται ἐνώπιόν μου ὡς δύο ἐλεειναί, παιδαριώδεις ἀπομιμήσεις τοῦ πύργου τοῦ Ἅϊφελ (Ανδρέας Μαρτζώκης, Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1892/Οι μικροί μαθηταί μου)

Ετυμολογία

κατηφής < αρχαία ελληνική κατηφής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατηφήςκατηφήςκατηφές
Γενικήκατηφούςκατηφούςκατηφούς
Αιτιατικήκατηφήκατηφήκατηφές
Κλητικήκατηφή / κατηφήςκατηφήςκατηφές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατηφείςκατηφείςκατηφή
Γενικήκατηφώνκατηφώνκατηφών
Αιτιατικήκατηφείςκατηφείςκατηφή
Κλητικήκατηφείςκατηφείςκατηφή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →