κατήφεια
•
- λόγιοη ψυχική κατάσταση κατά την οποία δεν έχουμε καλή διάθεση, δεν έχουμε κέφι Βικιλεξικό
- Μετά από την ήττα της ομάδας, η κατήφεια ήταν εμφανής στο πρόσωπο όλων των αθλητών.
Ετυμολογία
κατήφεια < αρχαία ελληνική κατήφεια < κατηφής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατήφεια | κατήφειες |
| Γενική | κατήφειας | κατηφειών |
| Αιτιατική | κατήφεια | κατήφειες |
| Κλητική | κατήφεια | κατήφειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →