Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατήφεια

/kaˈti.fi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ψυχική κατάσταση κατά την οποία δεν έχουμε καλή διάθεση, δεν έχουμε κέφι Βικιλεξικό
    • Μετά από την ήττα της ομάδας, η κατήφεια ήταν εμφανής στο πρόσωπο όλων των αθλητών.

Ετυμολογία

κατήφεια < αρχαία ελληνική κατήφεια < κατηφής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατήφειακατήφειες
Γενικήκατήφειαςκατηφειών
Αιτιατικήκατήφειακατήφειες
Κλητικήκατήφειακατήφειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →