κατηχητικό
•
- θρησκείασχολείο ή συγκέντρωση νέων όπου γίνεται κατήχηση ή θρησκευτική διαπαιδαγώγηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηχητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κατηχητικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηχητικό | κατηχητικά |
| Γενική | κατηχητικού | κατηχητικών |
| Αιτιατική | κατηχητικό | κατηχητικά |
| Κλητική | κατηχητικό | κατηχητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →