συντηρητικός
•
- για άνθρωποπου δεν αγαπά τους νεωτερισμούς Βικιλεξικό
- Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας, tovima.gr 01/11/2014 https://www.tovima.gr/2014/11/01/opinions/i-symboli-toy-ellinikoy-alfabitoy-ston-politismo-mas/)
- πολιτικήπου αντίκειται στις αλλαγές, που υποστηρίζει το κατεστημένο, που (για τα αντίπαλα κόμματα) αντίκειται στην πρόοδο, στην ανανέωση Βικιλεξικό
- Είναι συντηρητικό κόμμα.
- Στο συνέδριο του κόμματος υπερίσχυσαν οι πιο συντηρητικές τάσεις και οι ανανεωτές βγήκαν χαμένοι.
- που υπολογίζει τις κινήσεις του με μεγάλη προσοχή και δεν θέλει να εκτίθεται σε κινδύνους Βικιλεξικό
- νομικός όροςπου αποσκοπεί στην προστασία του δανειστή Βικιλεξικό
- συντηρητική κατάσχεση
- ιατρικήπου γίνεται με χορήγηση φαρμάκων και όχι με χειρουργική επέμβαση Βικιλεξικό
- συντηρητική θεραπεία
- χημεία τροφίμωνγια ουσίες που βοηθούν στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλουν στη μη αλλοίωσή τους Βικιλεξικό
- Πάρε κάτι φρέσκο καλύτερα γιατί αυτό εδώ είναι γεμάτο συντηρητικά
- ιδεολογίαεναντίωση στις απελευθερωτικές τάσεις και ενίσχυση του αισθήματος ικανοποίησης της υπάρχουσας στασιμότητας. Βικιλεξικό
- φυσικήπου δεν εξαρτάται από τη διαδρομή ενός σώματος αλλά από την ενέργεια στην αρχική και τελική του κατάσταση Βικιλεξικό
- συντηρητική δύναμη
Ετυμολογία
συντηρητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συντηρητικός < αρχαία ελληνική συντηρέω, συντηρῶ + -ικός < σύν + τηρέω, τηρῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + αοριστικό θέμα τήρη(σα) < τηρώ + -τικός :* (σημασία στην πολιτική) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conservateur και αγγλική conservative :* (για χημεία τροφίμων) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική preservative και γαλλική conservateur :* (νομικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conservatoire
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συντηρητικός | συντηρητική | συντηρητικό |
| Γενική | συντηρητικού | συντηρητικής | συντηρητικού |
| Αιτιατική | συντηρητικό | συντηρητική | συντηρητικό |
| Κλητική | συντηρητικέ | συντηρητική | συντηρητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συντηρητικοί | συντηρητικές | συντηρητικά |
| Γενική | συντηρητικών | συντηρητικών | συντηρητικών |
| Αιτιατική | συντηρητικούς | συντηρητικές | συντηρητικά |
| Κλητική | συντηρητικοί | συντηρητικές | συντηρητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →