Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατιονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημεία: ο σχετικός με κατιόν Βικιλεξικό
    • κατιονικός πολυμερισμός, κατιονικό σύμπλοκο

Ετυμολογία

κατιονικός < κατιόν, (αντιδάνειο) αγγλική cationic

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατιονικόςκατιονική / κατιονικηκατιονικο / κατιονικό
Γενικήκατιονικούκατιονικήςκατιονικού
Αιτιατικήκατιονικόκατιονικήκατιονικό
Κλητικήκατιονικέκατιονικήκατιονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατιονικοίκατιονικέςκατιονικά
Γενικήκατιονικώνκατιονικώνκατιονικών
Αιτιατικήκατιονικούςκατιονικέςκατιονικά
Κλητικήκατιονικοίκατιονικέςκατιονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →