κατισχύω
•
- λόγιοεπικρατώ σε όλους τους τομείς, πλήρως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατισχύω < ελληνιστική κοινή κατισχύω < αρχαία ελληνική ἰσχύς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατισχύω | κατισχύεις | κατισχύει | κατισχύουμε | κατισχύετε | κατισχύουν / κατισχύουνε |
| Παρατατικός | κατίσχυα | κατίσχυες | κατίσχυε | κατισχύαμε | κατισχύατε | κατίσχυαν / κατισχύαν / κατισχύανε |
| Αόριστος | κατίσχυσα | κατίσχυσες | κατίσχυσε | κατισχύσαμε | κατισχύσατε | κατίσχυσαν / κατισχύσαν / κατισχύσανε |
| Μέλλοντας | θα κατισχύσω / θα κατισχύω | θα κατισχύεις / θα κατισχύσεις | θα κατισχύει / θα κατισχύσει | θα κατισχύουμε / θα κατισχύσουμε | θα κατισχύετε / θα κατισχύσετε | θα κατισχύουν / θα κατισχύουνε / θα κατισχύσουν / θα κατισχύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατισχύσει | έχεις κατισχύσει | έχει κατισχύσει | έχουμε κατισχύσει | έχετε κατισχύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατισχύσει | είχες κατισχύσει | είχε κατισχύσει | είχαμε κατισχύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατισχύσει / να κατισχύσω / να κατισχύω | να έχεις κατισχύσει / να κατισχύεις / να κατισχύσεις | να έχει κατισχύσει / να κατισχύει / να κατισχύσει | να έχουμε κατισχύσει / να κατισχύουμε / να κατισχύσουμε | να έχετε κατισχύσει / να κατισχύετε / να κατισχύσετε | να κατισχύουν / να κατισχύουνε / να κατισχύσουν / να κατισχύσουνε |
| Προστακτική | — | κατίσχυε / κατίσχυσε | — | — | κατισχύετε / κατισχύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →