κατολισθαίνω
•
- γεωλογίαγια χώματα, πέτρες κ.ά. που αποσπώνται από υψηλότερα σημεία λόφων, χαραδρών κ.λπ. και πέφτουν σε χαμηλότερα σημεία Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια κάτι που χειροτερεύει ή παρουσιάζει φθίνουσα πορεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατολισθαίνω < ελληνιστική κοινή κατολισθάνω < κατά + αρχαία ελληνική ὀλισθάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατολισθαίνω | κατολισθαίνεις | κατολισθαίνει | κατολισθαίνουμε | κατολισθαίνετε | κατολισθαίνουν / κατολισθαίνουνε |
| Παρατατικός | κατολίσθαινα | κατολίσθαινες | κατολίσθαινε | κατολισθαίναμε | κατολισθαίνατε | κατολίσθαιναν / κατολισθαίναν / κατολισθαίνανε |
| Αόριστος | κατολίσθησα | κατολίσθησες | κατολίσθησε | κατολισθήσαμε | κατολισθήσατε | κατολίσθησαν / κατολισθήσαν / κατολισθήσανε |
| Μέλλοντας | θα κατολισθήσω / θα κατολισθαίνω | θα κατολισθήσεις / θα κατολισθαίνεις | θα κατολισθήσει / θα κατολισθαίνει | θα κατολισθήσουμε / θα κατολισθαίνουμε | θα κατολισθήσετε / θα κατολισθαίνετε | θα κατολισθήσουν / θα κατολισθήσουνε / θα κατολισθαίνουν / θα κατολισθαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατολισθήσει | έχεις κατολισθήσει | έχει κατολισθήσει | έχουμε κατολισθήσει | έχετε κατολισθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατολισθήσει | είχες κατολισθήσει | είχε κατολισθήσει | είχαμε κατολισθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατολισθήσει / να κατολισθήσω / να κατολισθαίνω | να έχεις κατολισθήσει / να κατολισθήσεις / να κατολισθαίνεις | να έχει κατολισθήσει / να κατολισθήσει / να κατολισθαίνει | να έχουμε κατολισθήσει / να κατολισθήσουμε / να κατολισθαίνουμε | να έχετε κατολισθήσει / να κατολισθήσετε / να κατολισθαίνετε | να κατολισθήσουν / να κατολισθήσουνε / να κατολισθαίνουν / να κατολισθαίνουνε |
| Προστακτική | — | κατολίσθαινε / κατολίσθησε | — | — | κατολισθήστε / κατολισθαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →