Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατολισθαίνω

ρήμα
•
  1. γεωλογίαγια χώματα, πέτρες κ.ά. που αποσπώνται από υψηλότερα σημεία λόφων, χαραδρών κ.λπ. και πέφτουν σε χαμηλότερα σημεία Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάγια κάτι που χειροτερεύει ή παρουσιάζει φθίνουσα πορεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατολισθαίνω < ελληνιστική κοινή κατολισθάνω < κατά + αρχαία ελληνική ὀλισθάνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατολισθαίνωκατολισθαίνειςκατολισθαίνεικατολισθαίνουμεκατολισθαίνετεκατολισθαίνουν / κατολισθαίνουνε
Παρατατικόςκατολίσθαινακατολίσθαινεςκατολίσθαινεκατολισθαίναμεκατολισθαίνατεκατολίσθαιναν / κατολισθαίναν / κατολισθαίνανε
Αόριστοςκατολίσθησακατολίσθησεςκατολίσθησεκατολισθήσαμεκατολισθήσατεκατολίσθησαν / κατολισθήσαν / κατολισθήσανε
Μέλλονταςθα κατολισθήσω / θα κατολισθαίνωθα κατολισθήσεις / θα κατολισθαίνειςθα κατολισθήσει / θα κατολισθαίνειθα κατολισθήσουμε / θα κατολισθαίνουμεθα κατολισθήσετε / θα κατολισθαίνετεθα κατολισθήσουν / θα κατολισθήσουνε / θα κατολισθαίνουν / θα κατολισθαίνουνε
Παρακείμενοςέχω κατολισθήσειέχεις κατολισθήσειέχει κατολισθήσειέχουμε κατολισθήσειέχετε κατολισθήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κατολισθήσειείχες κατολισθήσειείχε κατολισθήσειείχαμε κατολισθήσει——
Υποτακτικήνα έχω κατολισθήσει / να κατολισθήσω / να κατολισθαίνωνα έχεις κατολισθήσει / να κατολισθήσεις / να κατολισθαίνειςνα έχει κατολισθήσει / να κατολισθήσει / να κατολισθαίνεινα έχουμε κατολισθήσει / να κατολισθήσουμε / να κατολισθαίνουμενα έχετε κατολισθήσει / να κατολισθήσετε / να κατολισθαίνετενα κατολισθήσουν / να κατολισθήσουνε / να κατολισθαίνουν / να κατολισθαίνουνε
Προστακτική—κατολίσθαινε / κατολίσθησε——κατολισθήστε / κατολισθαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →