κατονομάζω
•
- λέω το όνομα κάποιου αναφερόμενος σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφανερώνω, αποκαλύπτω, καταγγέλλω κάποιον ονομάζοντάς τον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατονομάζω (δίνω όνομα), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dénommer. Συγχρονικά αναλύεται σε κατ- + ονομάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατονομάζω | κατονομάζεις | κατονομάζει | κατονομάζουμε | κατονομάζετε | κατονομάζουν / κατονομάζουνε |
| Παρατατικός | κατονόμαζα | κατονόμαζες | κατονόμαζε | κατονομάζαμε | κατονομάζατε | κατονομάζαν / κατονομάζανε / κατονόμαζαν |
| Αόριστος | κατονόμασα | κατονόμασες | κατονόμασε | κατονομάσαμε | κατονομάσατε | κατονομάσαν / κατονομάσανε / κατονόμασαν |
| Μέλλοντας | θα κατονομάζω / θα κατονομάσω | θα κατονομάζεις / θα κατονομάσεις | θα κατονομάζει / θα κατονομάσει | θα κατονομάζουμε / θα κατονομάσουμε | θα κατονομάζετε / θα κατονομάσετε | θα κατονομάζουν / θα κατονομάζουνε / θα κατονομάσουν / θα κατονομάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατονομάσει | έχεις κατονομάσει | έχει κατονομάσει | έχουμε κατονομάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατονομάσει | είχες κατονομάσει | είχε κατονομάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατονομάσει / να κατονομάζω / να κατονομάσω | να έχεις κατονομάσει / να κατονομάζεις / να κατονομάσεις | να έχει κατονομάσει / να κατονομάζει / να κατονομάσει | να έχουμε κατονομάσει / να κατονομάζουμε / να κατονομάσουμε | να κατονομάζετε / να κατονομάσετε | να κατονομάζουν / να κατονομάζουνε / να κατονομάσουν / να κατονομάσουνε |
| Προστακτική | — | κατονόμαζε / κατονόμασε | — | — | κατονομάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατονομάστηκακατονομάζομαικατονομάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →