Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατονομάζω

/ka.to.noˈma.zo/ρήμα
•
  1. λέω το όνομα κάποιου αναφερόμενος σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηφανερώνω, αποκαλύπτω, καταγγέλλω κάποιον ονομάζοντάς τον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατονομάζω (δίνω όνομα), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dénommer. Συγχρονικά αναλύεται σε κατ- + ονομάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατονομάζωκατονομάζειςκατονομάζεικατονομάζουμεκατονομάζετεκατονομάζουν / κατονομάζουνε
Παρατατικόςκατονόμαζακατονόμαζεςκατονόμαζεκατονομάζαμεκατονομάζατεκατονομάζαν / κατονομάζανε / κατονόμαζαν
Αόριστοςκατονόμασακατονόμασεςκατονόμασεκατονομάσαμεκατονομάσατεκατονομάσαν / κατονομάσανε / κατονόμασαν
Μέλλονταςθα κατονομάζω / θα κατονομάσωθα κατονομάζεις / θα κατονομάσειςθα κατονομάζει / θα κατονομάσειθα κατονομάζουμε / θα κατονομάσουμεθα κατονομάζετε / θα κατονομάσετεθα κατονομάζουν / θα κατονομάζουνε / θα κατονομάσουν / θα κατονομάσουνε
Παρακείμενοςέχω κατονομάσειέχεις κατονομάσειέχει κατονομάσειέχουμε κατονομάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα κατονομάσειείχες κατονομάσειείχε κατονομάσει———
Υποτακτικήνα έχω κατονομάσει / να κατονομάζω / να κατονομάσωνα έχεις κατονομάσει / να κατονομάζεις / να κατονομάσειςνα έχει κατονομάσει / να κατονομάζει / να κατονομάσεινα έχουμε κατονομάσει / να κατονομάζουμε / να κατονομάσουμενα κατονομάζετε / να κατονομάσετενα κατονομάζουν / να κατονομάζουνε / να κατονομάσουν / να κατονομάσουνε
Προστακτική—κατονόμαζε / κατονόμασε——κατονομάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κατονομάστηκακατονομάζομαικατονομάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →