Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατονομαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κατονομασία, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Ο τίτλος μπορούσε να πάρει πιο επεξηγηματική μορφή, λ.χ. «Ο Ορφέας του Ρίλκε με τα μάτια του Μπρόντσκι». Υπερίσχυσε η γοητεία του λιτού κατονομαστικού τίτλου «Ορφέας, Ευρυδίκη, Ερμής» που έδωσε στο ποίημά του ο Ρίλκε, με την υποβόσκουσα ιδέα μιας παραδειγματικής σειράς. (εφ. Το Βήμα, 25/1/1998)

Ετυμολογία

κατονομαστικός < κατονομάζω + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική dénominatif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατονομαστικόςκατονομαστικήκατονομαστικο / κατονομαστικό
Γενικήκατονομαστικούκατονομαστικήςκατονομαστικού
Αιτιατικήκατονομαστικόκατονομαστικήκατονομαστικό
Κλητικήκατονομαστικέκατονομαστικήκατονομαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατονομαστικοίκατονομαστικέςκατονομαστικά
Γενικήκατονομαστικώνκατονομαστικώνκατονομαστικών
Αιτιατικήκατονομαστικούςκατονομαστικέςκατονομαστικά
Κλητικήκατονομαστικοίκατονομαστικέςκατονομαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →