Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατορθωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να κατορθωθεί, να πραγματοποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατορθωτός < κατορθώνω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατορθωτόςκατορθωτήκατορθωτό
Γενικήκατορθωτούκατορθωτήςκατορθωτού
Αιτιατικήκατορθωτόκατορθωτήκατορθωτό
Κλητικήκατορθωτέκατορθωτήκατορθωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατορθωτοίκατορθωτέςκατορθωτά
Γενικήκατορθωτώνκατορθωτώνκατορθωτών
Αιτιατικήκατορθωτούςκατορθωτέςκατορθωτά
Κλητικήκατορθωτοίκατορθωτέςκατορθωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →