Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακατόρθωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί κανείς να τον καταφέρει, να τον πραγματοποιήσει, λόγω της εξαιρετικά μεγάλης δυσκολίας του Βικιλεξικό
    • Η Μάγδα παραγνωρίζει τη λογική, την υπερβαίνει, είναι αιθεροβάμων. Υποστηρίζει αυτό που είναι ακατόρθωτο, το ανέφικτο. (Παναγιώτης Τέτσης, Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

ακατόρθωτος < (ελληνιστική κοινή) ἀκατόρθωτος < ἀ- στερητικό + κατορθωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατόρθωτοςακατόρθωτηακατόρθωτο
Γενικήακατόρθωτουακατόρθωτηςακατόρθωτου
Αιτιατικήακατόρθωτοακατόρθωτηακατόρθωτο
Κλητικήακατόρθωτεακατόρθωτηακατόρθωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακατόρθωτοιακατόρθωτεςακατόρθωτα
Γενικήακατόρθωτωνακατόρθωτωνακατόρθωτων
Αιτιατικήακατόρθωτουςακατόρθωτεςακατόρθωτα
Κλητικήακατόρθωτοιακατόρθωτεςακατόρθωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →