κατοστάρι
•
- ποσότητα εκατό μονάδων Βικιλεξικό
- χρήμαποσότητα εκατό μονάδων Βικιλεξικό
- αθλητισμόςαγώνας δρόμου εκατό μέτρων Βικιλεξικό
- μέσο μεταφορώνμηχανή (μοτοσικλέτα) εκατό κυβικών Βικιλεξικό
- παρωχημένη σημασίαμεταλλικό κύπελλο που η περιεκτικότητά του ήταν εκατό δράμια και το χρησιμοποιούσαν ως μέτρο βάρους υγρών και κυρίως κρασιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατοστάρι: μορφολογικά, εκατοστ(ή) + -άρι με πρότμηση ή αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος [e] :* για τη σημασία «παλιό κύπελλο» < μεσαιωνική ελληνική ἐκατοστάριν (βάρος εκατό δραμιών) < εκατοστ(ή) + -άριν :* → δείτε και τη λέξη εκατοστάρι χωρίς πρότμηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατοστάρι | κατοστάρια |
| Γενική | κατοσταριού | κατοσταριών |
| Αιτιατική | κατοστάρι | κατοστάρια |
| Κλητική | κατοστάρι | κατοστάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →