κατοχυρωτικός
•
- που έχει σχέση με κατοχύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατοχυρωτικός < κατοχυρώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατοχυρωτικός | κατοχυρωτική | κατοχυρωτικό |
| Γενική | κατοχυρωτικού | κατοχυρωτικής | κατοχυρωτικού |
| Αιτιατική | κατοχυρωτικό | κατοχυρωτική | κατοχυρωτικό |
| Κλητική | κατοχυρωτικέ | κατοχυρωτική | κατοχυρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατοχυρωτικοί | κατοχυρωτικές | κατοχυρωτικά |
| Γενική | κατοχυρωτικών | κατοχυρωτικών | κατοχυρωτικών |
| Αιτιατική | κατοχυρωτικούς | κατοχυρωτικές | κατοχυρωτικά |
| Κλητική | κατοχυρωτικοί | κατοχυρωτικές | κατοχυρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →