Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατοχυρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κατοχύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατοχυρωτικός < κατοχυρώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατοχυρωτικόςκατοχυρωτικήκατοχυρωτικό
Γενικήκατοχυρωτικούκατοχυρωτικήςκατοχυρωτικού
Αιτιατικήκατοχυρωτικόκατοχυρωτικήκατοχυρωτικό
Κλητικήκατοχυρωτικέκατοχυρωτικήκατοχυρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατοχυρωτικοίκατοχυρωτικέςκατοχυρωτικά
Γενικήκατοχυρωτικώνκατοχυρωτικώνκατοχυρωτικών
Αιτιατικήκατοχυρωτικούςκατοχυρωτικέςκατοχυρωτικά
Κλητικήκατοχυρωτικοίκατοχυρωτικέςκατοχυρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →