κατοχυρώνω
•
- εξασφαλίζω ότι κάτι (πράγμα, δικαίωμα κ.λπ.) μού ανήκει και δεν κινδυνεύω να το χάσω Βικιλεξικό
- οι λαοί έδωσαν πολλούς αγώνες για να κατοχυρώσουν τις ελευθερίες και τα δικαιώματά τους
- ειδικότεραεξασφαλίζω την θετική για μένα βαθμολογία που πήρα σε ένα ή περισσότερα από ένα σύνολο μαθημάτων, ώστε να μην υποχρεωθώ στο μέλλον σε συνολική επανεξέταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατοχυρώνω < (ελληνιστική κοινή) / κατοχυρῶ < κατά + αρχαία ελληνική ὀχυρόω / ὀχυρῶ < ὀχυρός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατοχυρώνω | κατοχυρώνεις | κατοχυρώνει | κατοχυρώνουμε | κατοχυρώνετε | κατοχυρώνουν / κατοχυρώνουνε |
| Παρατατικός | κατοχύρωνα | κατοχύρωνες | κατοχύρωνε | κατοχυρώναμε | κατοχυρώνατε | κατοχυρώναν / κατοχυρώνανε / κατοχύρωναν |
| Αόριστος | κατοχύρωσα | κατοχύρωσες | κατοχύρωσε | κατοχυρώσαμε | κατοχυρώσατε | κατοχυρώσαν / κατοχυρώσανε / κατοχύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα κατοχυρώνω / θα κατοχυρώσω | θα κατοχυρώνεις / θα κατοχυρώσεις | θα κατοχυρώνει / θα κατοχυρώσει | θα κατοχυρώνουμε / θα κατοχυρώσουμε | θα κατοχυρώνετε / θα κατοχυρώσετε | θα κατοχυρώνουν / θα κατοχυρώνουνε / θα κατοχυρώσουν / θα κατοχυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατοχυρώσει | έχεις κατοχυρώσει | έχει κατοχυρώσει | έχουμε κατοχυρώσει | έχετε κατοχυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατοχυρώσει | είχες κατοχυρώσει | είχε κατοχυρώσει | είχαμε κατοχυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατοχυρώσει / να κατοχυρώνω / να κατοχυρώσω | να έχεις κατοχυρώσει / να κατοχυρώνεις / να κατοχυρώσεις | να έχει κατοχυρώσει / να κατοχυρώνει / να κατοχυρώσει | να έχουμε κατοχυρώσει / να κατοχυρώνουμε / να κατοχυρώσουμε | να έχετε κατοχυρώσει / να κατοχυρώνετε / να κατοχυρώσετε | να κατοχυρώνουν / να κατοχυρώνουνε / να κατοχυρώσουν / να κατοχυρώσουνε |
| Προστακτική | — | κατοχύρωνε / κατοχύρωσε | — | — | κατοχυρώνετε / κατοχυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →