Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατρακυλώ

ρήμα
•
  1. πέφτω κυλώντας απότομα από ένα υψηλότερο επίπεδο σ' ένα χαμηλότερο Βικιλεξικό
    • Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)
  2. αναγκάζω κάτι να κατρακυλίσει Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάυφίσταμαι πτώση ή μείωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατρακυλώ < (ελληνιστική κοινή) κατακυλίω < κατά + κυλίω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατρακυλάω / κατρακυλώκατρακυλάςκατρακυλά / κατρακυλάεικατρακυλάμε / κατρακυλούμεκατρακυλάτεκατρακυλάν / κατρακυλάνε / κατρακυλούν / κατρακυλούνε
Παρατατικόςκατρακυλούσακατρακυλούσεςκατρακυλούσεκατρακυλούσαμεκατρακυλούσατεκατρακυλούσαν / κατρακυλούσανε
Αόριστοςκατρακύλησακατρακύλησεςκατρακύλησεκατρακυλήσαμεκατρακυλήσατεκατρακυλήσαν / κατρακυλήσανε / κατρακύλησαν
Μέλλονταςθα κατρακυλάω / θα κατρακυλήσω / θα κατρακυλώθα κατρακυλάς / θα κατρακυλήσειςθα κατρακυλά / θα κατρακυλάει / θα κατρακυλήσειθα κατρακυλάμε / θα κατρακυλήσουμε / θα κατρακυλούμεθα κατρακυλάτε / θα κατρακυλήσετεθα κατρακυλάν / θα κατρακυλάνε / θα κατρακυλήσουν / θα κατρακυλήσουνε / θα κατρακυλούν / θα κατρακυλούνε
Παρακείμενοςέχω κατρακυλήσειέχεις κατρακυλήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα κατρακυλήσει—————
Υποτακτικήνα έχω κατρακυλήσει / να κατρακυλάω / να κατρακυλήσω / να κατρακυλώνα έχεις κατρακυλήσει / να κατρακυλάς / να κατρακυλήσειςνα κατρακυλά / να κατρακυλάει / να κατρακυλήσεινα κατρακυλάμε / να κατρακυλήσουμε / να κατρακυλούμενα κατρακυλάτε / να κατρακυλήσετενα κατρακυλάν / να κατρακυλάνε / να κατρακυλήσουν / να κατρακυλήσουνε / να κατρακυλούν / να κατρακυλούνε
Προστακτική—κατρακύλα / κατρακύλαγε / κατρακύλησε——κατρακυλάτε / κατρακυλήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →