κατρακύλι
•
- στεφάνι από μέταλλο ή ξύλο, που το χρησιμοποιούν (/χρησιμοποιούσαν) τα παιδία για να παίξουν, κυλώντας το με τα χέρια ή μ' ένα ξύλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατρακύλι < κατρακυλώ + -ι < (ελληνιστική κοινή) κατακυλίω < κατά + κυλίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατρακύλι | κατρακύλια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κατρακύλι | κατρακύλια |
| Κλητική | κατρακύλι | κατρακύλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →