κατραμόπανο
•
- πανί που το έχουν εμποτίσει με κατράμι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατραμόπανο < κατράμ(ι) + -ό- + παν(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατραμόπανο | κατραμόπανα |
| Γενική | κατραμόπανου | κατραμόπανων |
| Αιτιατική | κατραμόπανο | κατραμόπανα |
| Κλητική | κατραμόπανο | κατραμόπανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →