κατσάδα
•
- προφορικόεπιτιμητικός λόγος, παρατήρηση σε έντονο ύφος, επίπληξη, μάλωμα Βικιλεξικό
- Κατσάδα σε βουλευτές επειδή δεν φορούσαν …γραβάτα! (Εφ. Ελευθεροτυπία, 20.01.2011)
Ετυμολογία
κατσάδα < (άμεσο δάνειο) βενετική cazzada < δημώδης λατινική captiata, θηλυκό του captiatus < captio < λατινική capio
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσάδα | κατσάδες |
| Γενική | κατσάδας | — |
| Αιτιατική | κατσάδα | κατσάδες |
| Κλητική | κατσάδα | κατσάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →