κατσαδιάζω
•
- προφορικόμαλώνω, επιπλήττω Βικιλεξικό
- Με κατσάδιασε επειδή έπαιζα με το κινητό την ώρα του μαθήματος.
- προφορικόκάνω έντονη παρατήρηση σε κάποιον, μαλώνω με έντονο τρόπο Βικιλεξικό
- Η προπονήτρια κατσάδιασε τον αθλητή της, λόγω επανειλημμένης ανυπακοής του, στις συμβουλές της για την ασφάλειά του.
Ετυμολογία
κατσαδιάζω < κατσάδα + -ιάζω < βενετική cazzada
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατσαδιάζω | κατσαδιάζεις | κατσαδιάζει | κατσαδιάζουμε | κατσαδιάζετε | κατσαδιάζουν / κατσαδιάζουνε |
| Παρατατικός | κατσάδιαζα | κατσάδιαζες | κατσάδιαζε | κατσαδιάζαμε | κατσαδιάζατε | κατσάδιαζαν / κατσαδιάζαν / κατσαδιάζανε |
| Αόριστος | κατσάδιασα | κατσάδιασες | κατσάδιασε | κατσαδιάσαμε | κατσαδιάσατε | κατσάδιασαν / κατσαδιάσαν / κατσαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κατσαδιάζω / θα κατσαδιάσω | θα κατσαδιάζεις / θα κατσαδιάσεις | θα κατσαδιάζει / θα κατσαδιάσει | θα κατσαδιάζουμε / θα κατσαδιάσουμε | θα κατσαδιάζετε / θα κατσαδιάσετε | θα κατσαδιάζουν / θα κατσαδιάζουνε / θα κατσαδιάσουν / θα κατσαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατσαδιάσει | έχεις κατσαδιάσει | έχει κατσαδιάσει | έχουμε κατσαδιάσει | έχετε κατσαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατσαδιάσει | είχες κατσαδιάσει | είχε κατσαδιάσει | είχαμε κατσαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατσαδιάσει / να κατσαδιάζω / να κατσαδιάσω | να έχεις κατσαδιάσει / να κατσαδιάζεις / να κατσαδιάσεις | να έχει κατσαδιάσει / να κατσαδιάζει / να κατσαδιάσει | να έχουμε κατσαδιάσει / να κατσαδιάζουμε / να κατσαδιάσουμε | να έχετε κατσαδιάσει / να κατσαδιάζετε / να κατσαδιάσετε | να κατσαδιάζουν / να κατσαδιάζουνε / να κατσαδιάσουν / να κατσαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | κατσάδιαζε / κατσάδιασε | — | — | κατσαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατσαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →