Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατσίβελος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο γύφτος, ο τσιγγάνος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάνθρωπος πολύ μαυριδερός Βικιλεξικό
  3. μειωτικόο απολίτιστος, ο άξεστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατσίβελος < μεσαιωνική ελληνική κατσίβελος < ιταλική cattivello < cattivo (σκλάβος, δυστυχής) < υστερολατινική λατινική captivellus < λατινική captivus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατσίβελοςκατσίβελοι
Γενικήκατσίβελουκατσίβελων
Αιτιατικήκατσίβελοκατσίβελους
Κλητικήκατσίβελεκατσίβελοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →