κατσίβελος
•
- ο γύφτος, ο τσιγγάνος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος πολύ μαυριδερός Βικιλεξικό
- μειωτικόο απολίτιστος, ο άξεστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσίβελος < μεσαιωνική ελληνική κατσίβελος < ιταλική cattivello < cattivo (σκλάβος, δυστυχής) < υστερολατινική λατινική captivellus < λατινική captivus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσίβελος | κατσίβελοι |
| Γενική | κατσίβελου | κατσίβελων |
| Αιτιατική | κατσίβελο | κατσίβελους |
| Κλητική | κατσίβελε | κατσίβελοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →