κατσαρώνω
•
- κάνω κάτι (π.χ. τα μαλλιά) κατσαρό Βικιλεξικό
- γίνομαι κατσαρός (π.χ. τα μαλλιά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσαρώνω < κατσαρός + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατσαρώνω | κατσαρώνεις | κατσαρώνει | κατσαρώνουμε | κατσαρώνετε | κατσαρώνουν / κατσαρώνουνε |
| Παρατατικός | κατσάρωνα | κατσάρωνες | κατσάρωνε | κατσαρώναμε | κατσαρώνατε | κατσάρωναν / κατσαρώναν / κατσαρώνανε |
| Αόριστος | κατσάρωσα | κατσάρωσες | κατσάρωσε | κατσαρώσαμε | κατσαρώσατε | κατσάρωσαν / κατσαρώσαν / κατσαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα κατσαρώνω / θα κατσαρώσω | θα κατσαρώνεις / θα κατσαρώσεις | θα κατσαρώνει / θα κατσαρώσει | θα κατσαρώνουμε / θα κατσαρώσουμε | θα κατσαρώνετε / θα κατσαρώσετε | θα κατσαρώνουν / θα κατσαρώνουνε / θα κατσαρώσουν / θα κατσαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατσαρώσει | έχεις κατσαρώσει | έχει κατσαρώσει | έχουμε κατσαρώσει | έχετε κατσαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατσαρώσει | είχες κατσαρώσει | είχε κατσαρώσει | είχαμε κατσαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατσαρώσει / να κατσαρώνω / να κατσαρώσω | να έχεις κατσαρώσει / να κατσαρώνεις / να κατσαρώσεις | να έχει κατσαρώσει / να κατσαρώνει / να κατσαρώσει | να έχουμε κατσαρώσει / να κατσαρώνουμε / να κατσαρώσουμε | να έχετε κατσαρώσει / να κατσαρώνετε / να κατσαρώσετε | να κατσαρώνουν / να κατσαρώνουνε / να κατσαρώσουν / να κατσαρώσουνε |
| Προστακτική | — | κατσάρωνε / κατσάρωσε | — | — | κατσαρώνετε / κατσαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →