κατσικοκλέφτης
•
- αυτός που κλέβει κατσίκια Βικιλεξικό
- μεταφορικάμικροαπατεώνας, απατεωνίσκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσικοκλέφτης < κατσίκ(ι) + -ο- + κλέφτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατσικοκλέφτης | κατσικοκλέφτες |
| Γενική | κατσικοκλέφτη | κατσικοκλεφτών |
| Αιτιατική | κατσικοκλέφτη | κατσικοκλέφτες |
| Κλητική | κατσικοκλέφτη | κατσικοκλέφτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →