κλέβω
•
- αφαιρώ παράνομα ξένη περιουσία, κάνω κλοπές Βικιλεξικό
- δε δίνω αυτό που οφείλω, ή παίρνω περισσότερα από τα συμφωνημένα Βικιλεξικό
- αποσπώ πληροφορία που ο κάτοχός της δε συναίνεσε ή δε θέλει να δώσει/μοιραστεί Βικιλεξικό
- προφορικόσυνώνυμο του απάγω (ιδίως για γυναίκα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλέβω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλέβω < αρχαία ελληνική κλέπτω με μεταπλασμό βάσει του θέματος κλεψ- κατά το σχήμα όπως κλέπτω, έκλεψα, κλέβω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλέβω | κλέβεις | κλέβει | κλέβουμε | κλέβετε | κλέβουν / κλέβουνε |
| Παρατατικός | έκλεβα | έκλεβες | έκλεβε | κλέβαμε | κλέβατε | έκλεβαν / κλέβαν / κλέβανε |
| Αόριστος | έκλεψα | έκλεψες | έκλεψε | κλέψαμε | κλέψατε | έκλεψαν / κλέψαν / κλέψανε |
| Μέλλοντας | θα κλέβω / θα κλέψω | θα κλέβεις / θα κλέψεις | θα κλέβει / θα κλέψει | θα κλέβουμε / θα κλέψουμε | θα κλέβετε / θα κλέψετε | θα κλέβουν / θα κλέβουνε / θα κλέψουν / θα κλέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλέψει | έχεις κλέψει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλέψει | είχες κλέψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλέψει / να κλέβω / να κλέψω | να έχεις κλέψει / να κλέβεις / να κλέψεις | να κλέβει / να κλέψει | να κλέβουμε / να κλέψουμε | να κλέβετε / να κλέψετε | να κλέβουν / να κλέβουνε / να κλέψουν / να κλέψουνε |
| Προστακτική | — | έχε κλεμμένο / κλέβε / κλέψε | — | — | κλέβετε / κλέψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλέφτηκακλέβομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →