κατσουφιάζω
•
- οικείογίνομαι κατσούφης, κατηφής, σκυθρωπός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατσουφιάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατηφιάω / κατηφιῶ < αρχαία ελληνική κατηφής
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατσουφιάζω | κατσουφιάζεις | κατσουφιάζει | κατσουφιάζουμε | κατσουφιάζετε | κατσουφιάζουν / κατσουφιάζουνε |
| Παρατατικός | κατσούφιαζα | κατσούφιαζες | κατσούφιαζε | κατσουφιάζαμε | κατσουφιάζατε | κατσουφιάζαν / κατσουφιάζανε / κατσούφιαζαν |
| Αόριστος | κατσούφιασα | κατσούφιασες | κατσούφιασε | κατσουφιάσαμε | κατσουφιάσατε | κατσουφιάσαν / κατσουφιάσανε / κατσούφιασαν |
| Μέλλοντας | θα κατσουφιάζω / θα κατσουφιάσω | θα κατσουφιάζεις / θα κατσουφιάσεις | θα κατσουφιάζει / θα κατσουφιάσει | θα κατσουφιάζουμε / θα κατσουφιάσουμε | θα κατσουφιάζετε / θα κατσουφιάσετε | θα κατσουφιάζουν / θα κατσουφιάζουνε / θα κατσουφιάσουν / θα κατσουφιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατσουφιάσει | έχεις κατσουφιάσει | έχει κατσουφιάσει | έχουμε κατσουφιάσει | έχετε κατσουφιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατσουφιάσει | είχες κατσουφιάσει | είχε κατσουφιάσει | είχαμε κατσουφιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατσουφιάσει / να κατσουφιάζω / να κατσουφιάσω | να έχεις κατσουφιάσει / να κατσουφιάζεις / να κατσουφιάσεις | να έχει κατσουφιάσει / να κατσουφιάζει / να κατσουφιάσει | να έχουμε κατσουφιάσει / να κατσουφιάζουμε / να κατσουφιάσουμε | να έχετε κατσουφιάσει / να κατσουφιάζετε / να κατσουφιάσετε | να κατσουφιάζουν / να κατσουφιάζουνε / να κατσουφιάσουν / να κατσουφιάσουνε |
| Προστακτική | — | κατσούφιαζε / κατσούφιασε | — | — | κατσουφιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατσουφιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →