Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκυθρωπιάζω

ρήμα
•
  1. γίνομαι σκυθρωπός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκυθρωπιάζω < σκυθρωπός + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσκυθρωπιάζωσκυθρωπιάζειςσκυθρωπιάζεισκυθρωπιάζουμεσκυθρωπιάζετεσκυθρωπιάζουν / σκυθρωπιάζουνε
Παρατατικόςσκυθρώπιαζασκυθρώπιαζεςσκυθρώπιαζεσκυθρωπιάζαμεσκυθρωπιάζατεσκυθρωπιάζαν / σκυθρωπιάζανε / σκυθρώπιαζαν
Αόριστοςσκυθρώπιασασκυθρώπιασεςσκυθρώπιασεσκυθρωπιάσαμεσκυθρωπιάσατεσκυθρωπιάσαν / σκυθρωπιάσανε / σκυθρώπιασαν
Μέλλονταςθα σκυθρωπιάζω / θα σκυθρωπιάσωθα σκυθρωπιάζεις / θα σκυθρωπιάσειςθα σκυθρωπιάζει / θα σκυθρωπιάσειθα σκυθρωπιάζουμε / θα σκυθρωπιάσουμεθα σκυθρωπιάζετε / θα σκυθρωπιάσετεθα σκυθρωπιάζουν / θα σκυθρωπιάζουνε / θα σκυθρωπιάσουν / θα σκυθρωπιάσουνε
Παρακείμενοςέχω σκυθρωπιάσειέχεις σκυθρωπιάσειέχει σκυθρωπιάσειέχουμε σκυθρωπιάσειέχετε σκυθρωπιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σκυθρωπιάσειείχες σκυθρωπιάσειείχε σκυθρωπιάσειείχαμε σκυθρωπιάσει——
Υποτακτικήνα έχω σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζω / να σκυθρωπιάσωνα έχεις σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζεις / να σκυθρωπιάσειςνα έχει σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζει / να σκυθρωπιάσεινα έχουμε σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζουμε / να σκυθρωπιάσουμενα έχετε σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζετε / να σκυθρωπιάσετενα σκυθρωπιάζουν / να σκυθρωπιάζουνε / να σκυθρωπιάσουν / να σκυθρωπιάσουνε
Προστακτική—σκυθρώπιαζε / σκυθρώπιασε——σκυθρωπιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σκυθρωπιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →