σκυθρωπιάζω
•
- γίνομαι σκυθρωπός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκυθρωπιάζω < σκυθρωπός + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκυθρωπιάζω | σκυθρωπιάζεις | σκυθρωπιάζει | σκυθρωπιάζουμε | σκυθρωπιάζετε | σκυθρωπιάζουν / σκυθρωπιάζουνε |
| Παρατατικός | σκυθρώπιαζα | σκυθρώπιαζες | σκυθρώπιαζε | σκυθρωπιάζαμε | σκυθρωπιάζατε | σκυθρωπιάζαν / σκυθρωπιάζανε / σκυθρώπιαζαν |
| Αόριστος | σκυθρώπιασα | σκυθρώπιασες | σκυθρώπιασε | σκυθρωπιάσαμε | σκυθρωπιάσατε | σκυθρωπιάσαν / σκυθρωπιάσανε / σκυθρώπιασαν |
| Μέλλοντας | θα σκυθρωπιάζω / θα σκυθρωπιάσω | θα σκυθρωπιάζεις / θα σκυθρωπιάσεις | θα σκυθρωπιάζει / θα σκυθρωπιάσει | θα σκυθρωπιάζουμε / θα σκυθρωπιάσουμε | θα σκυθρωπιάζετε / θα σκυθρωπιάσετε | θα σκυθρωπιάζουν / θα σκυθρωπιάζουνε / θα σκυθρωπιάσουν / θα σκυθρωπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκυθρωπιάσει | έχεις σκυθρωπιάσει | έχει σκυθρωπιάσει | έχουμε σκυθρωπιάσει | έχετε σκυθρωπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκυθρωπιάσει | είχες σκυθρωπιάσει | είχε σκυθρωπιάσει | είχαμε σκυθρωπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζω / να σκυθρωπιάσω | να έχεις σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζεις / να σκυθρωπιάσεις | να έχει σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζει / να σκυθρωπιάσει | να έχουμε σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζουμε / να σκυθρωπιάσουμε | να έχετε σκυθρωπιάσει / να σκυθρωπιάζετε / να σκυθρωπιάσετε | να σκυθρωπιάζουν / να σκυθρωπιάζουνε / να σκυθρωπιάσουν / να σκυθρωπιάσουνε |
| Προστακτική | — | σκυθρώπιαζε / σκυθρώπιασε | — | — | σκυθρωπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκυθρωπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →