Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατσούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κουκούλα Βικιλεξικό
  2. λοφίο στην κεφαλή πουλιού Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοοροφή άμαξας Βικιλεξικό
  4. η γατούλα Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: κατσούλι
  5. η ομίχλη Βικιλεξικό
    • έχει κατσούλα το βουνό

Ετυμολογία

κατσούλα< (άμεσο δάνειο) αλβανική kaçule / kësulë < λατινική casula (μανδύας με κουκούλα), υποκοριστικό του casa (καλύβα, εξοχικό) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ket- (καλύβα, παράπηγμα) :* για τη «γάτα» < κατσ(ούλι) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα < μεσαιωνική ελληνική κατσούλι (γατάκι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατσούλακατσούλες
Γενικήκατσούλας—
Αιτιατικήκατσούλακατσούλες
Κλητικήκατσούλακατσούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →