Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καυτηριάζω

ρήμα
•
  1. καίω (π.χ. μια πληγή) με ειδικό εργαλείο ή ουσία για να (την) θεραπεύσω Βικιλεξικό
  2. σχολιάζω με καυστικό, ελεγκτικό ή δριμύ τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καυτηριάζω < ελληνιστική κοινή καυτηριάζω < αρχαία ελληνική καυτήρ < καίω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαυτηριάζωκαυτηριάζειςκαυτηριάζεικαυτηριάζουμεκαυτηριάζετεκαυτηριάζουν / καυτηριάζουνε
Παρατατικόςκαυτηρίαζακαυτηρίαζεςκαυτηρίαζεκαυτηριάζαμεκαυτηριάζατεκαυτηρίαζαν / καυτηριάζαν / καυτηριάζανε
Αόριστοςκαυτηρίασακαυτηρίασεςκαυτηρίασεκαυτηριάσαμεκαυτηριάσατεκαυτηρίασαν / καυτηριάσαν / καυτηριάσανε
Μέλλονταςθα καυτηριάζω / θα καυτηριάσωθα καυτηριάζεις / θα καυτηριάσειςθα καυτηριάζει / θα καυτηριάσειθα καυτηριάζουμε / θα καυτηριάσουμεθα καυτηριάζετε / θα καυτηριάσετεθα καυτηριάζουν / θα καυτηριάζουνε / θα καυτηριάσουν / θα καυτηριάσουνε
Παρακείμενοςέχω καυτηριάσειέχεις καυτηριάσειέχει καυτηριάσειέχουμε καυτηριάσειέχετε καυτηριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καυτηριάσειείχες καυτηριάσειείχε καυτηριάσειείχαμε καυτηριάσει——
Υποτακτικήνα έχω καυτηριάσει / να καυτηριάζω / να καυτηριάσωνα έχεις καυτηριάσει / να καυτηριάζεις / να καυτηριάσειςνα έχει καυτηριάσει / να καυτηριάζει / να καυτηριάσεινα έχουμε καυτηριάσει / να καυτηριάζουμε / να καυτηριάσουμενα έχετε καυτηριάσει / να καυτηριάζετε / να καυτηριάσετενα καυτηριάζουν / να καυτηριάζουνε / να καυτηριάσουν / να καυτηριάσουνε
Προστακτική—καυτηρίαζε / καυτηρίασε——καυτηριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καυτηριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →