καυχησιολογώ
•
- καυχιέμαι, παινεύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καυχησιολογώ < καυχησιο(λόγος) + -λογώ. Αναλύεται σε (αρχαία ελληνική, 'καθαρεύουσα') καύχησι(ς) (καύχηση) + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καυχησιολογώ | καυχησιολογείς | καυχησιολογεί | καυχησιολογούμε | καυχησιολογείτε | καυχησιολογούν / καυχησιολογούνε |
| Παρατατικός | καυχησιολογούσα | καυχησιολογούσες | καυχησιολογούσε | καυχησιολογούσαμε | καυχησιολογούσατε | καυχησιολογούσαν / καυχησιολογούσανε |
| Αόριστος | καυχησιολόγησα | καυχησιολόγησες | καυχησιολόγησε | καυχησιολογήσαμε | καυχησιολογήσατε | καυχησιολογήσαν / καυχησιολογήσανε / καυχησιολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα καυχησιολογήσω / θα καυχησιολογώ | θα καυχησιολογήσεις / θα καυχησιολογείς | θα καυχησιολογήσει / θα καυχησιολογεί | θα καυχησιολογήσουμε / θα καυχησιολογούμε | θα καυχησιολογήσετε / θα καυχησιολογείτε | θα καυχησιολογήσουν / θα καυχησιολογήσουνε / θα καυχησιολογούν / θα καυχησιολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω καυχησιολογήσει | έχεις καυχησιολογήσει | έχει καυχησιολογήσει | έχουμε καυχησιολογήσει | έχετε καυχησιολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καυχησιολογήσει | είχες καυχησιολογήσει | είχε καυχησιολογήσει | είχαμε καυχησιολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καυχησιολογήσει / να καυχησιολογήσω / να καυχησιολογώ | να έχεις καυχησιολογήσει / να καυχησιολογήσεις / να καυχησιολογείς | να έχει καυχησιολογήσει / να καυχησιολογήσει / να καυχησιολογεί | να έχουμε καυχησιολογήσει / να καυχησιολογήσουμε / να καυχησιολογούμε | να έχετε καυχησιολογήσει / να καυχησιολογήσετε / να καυχησιολογείτε | να καυχησιολογήσουν / να καυχησιολογήσουνε / να καυχησιολογούν / να καυχησιολογούνε |
| Προστακτική | — | καυχησιολόγει / καυχησιολόγησε | — | — | καυχησιολογήστε / καυχησιολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →