καυχησιολογία
•
- το να καυχιέται κάποιος, να περιαυτολογεί, να κομπάζει για χαρίσματα ή κατορθώματα (υπαρκτά ή ανύπαρκτα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καυχησιολογία < καύχηση + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καυχησιολογία | καυχησιολογίες |
| Γενική | καυχησιολογίας | καυχησιολογιών |
| Αιτιατική | καυχησιολογία | καυχησιολογίες |
| Κλητική | καυχησιολογία | καυχησιολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →