καφεκοπτείο
•
- το κατάστημα στο οποίο γίνεται άλεση (κοπή) κόκκων καφέ και πώληση της παραγόμενης σκόνης καφέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καφεκοπτείο, (μαρτυρείται από το 1894) ως καφεκοπτεῖον (λόγιο διαχρονικό δάνειο από την καθαρεύουσα ) < καφεκόπτ(ης) + -εῖον > -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφεκοπτείο | καφεκοπτεία |
| Γενική | καφεκοπτείου | καφεκοπτείων |
| Αιτιατική | καφεκοπτείο | καφεκοπτεία |
| Κλητική | καφεκοπτείο | καφεκοπτεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →