κόβω
•
- διαιρώ κάτι σε μικρότερα μέρη Βικιλεξικό
- Πότε θα κοπεί η πρωτοχρονιάτικη πίτα;
- αφαιρώ ένα μέρος από κάτι· αποκόπτω Βικιλεξικό
- Έκοψε ένα κλαδί από το δέντρο - το κείμενο είναι πολύ μεγάλο, να κόψουμε κάτι
- Νύχτα και μέρα πάντα κοπιάζει, κόβει το ξύλο με το πριόνι, κάθε κομμάτι πλανιάρει, σιάζει και το φιλιάζει και το καρφώνει. (Στέφανος Μαρτζώκης, Ο ξυλοκόπος, Ballades, Ζάκυνθος 1889, σσ. 112-113)
- σαν έμπαινε στο λουτρό να ξουριστεί, ήμουν με την ψυχή στο στόμα: κόβονταν ίσαμε εκατό φορές, το άκουγα να σκούζει και να σιγοβρίζει, κι έπειτα τα μούτρα του ήταν σαν κιγμάς, μες στα αίματα, που όσα κομματάκια χαρτί και να κόλλαγε, δεν φτούραγαν να το ρουφήξουν. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
- διακόπτω κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- Τον έκοψαν πάνω στο καλύτερο.
- εγκαταλείπω, διακόπτω μια συνήθεια Βικιλεξικό
- κόβω το κάπνισμα
- Πότε θα κόψεις το παλιοτσίγαρο;
- Από δω και πέρα κόβονται τα περιττά έξοδα.
- αναγκάζω κάποιον να διακόψει μια συνήθεια Βικιλεξικό
- Θα του τα κόψω εγώ αυτά.
- λαϊκότροπουποθέτω ή δημιουργώ ή έχω μια γνώμη για τον χαρακτήρα κάποιου Βικιλεξικό
- Δεν τον έκοψες τι κουμάσι ήταν;
- Εγώ σε κόβω για πολύ καλό μαθητή και ελπίζω να μη με απογοητεύσεις στις εξετάσεις.
- χαρτοπαίγνιομετακινώ ένα τμήμα της τράπουλας από το πάνω στο κάτω μέρος της Βικιλεξικό
- σχολική ζωήως βαθμολογητής βάζω βαθμό κάτω από τη βάση σε κάποιον Βικιλεξικό
- κόπηκε στα μαθηματικά
- μαγειρικήγια κρέμες όταν αλλοιώνεται η όψη και η γεύση τους επειδή το αυγό που περιέχεται στα υλικά τους βράζει Βικιλεξικό
- Αν δεν ανακατεύεις συνέχεια το αβγολέμονο, θα σου κόψει.
- μαγειρικήγια το γάλα όταν έχει τυροποιηθεί μερικώς λόγω όξυνσης ή ηλικίας Βικιλεξικό
- Ποιος ξέρει πόσες μέρες το έχει αυτό το γάλα, έβαλα να το ζεστάνω και αυτό έκοψε.
- αμετάβατοστρίβω με όχημα ή πεζός Βικιλεξικό
- Ο Γκανίας αγόρασε ένα κουλούρι κι έκοψε απ’ την οδό Ακαδημίας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])
- αθλητισμόςπαρεμβαίνω αμυντικά και αποτρέπω επιθετική κίνηση ή πάσα του αντιπάλου Βικιλεξικό
- παρωχημένοσκοτώνω Βικιλεξικό
- Απολογάτ' ο Κεχαγιάς προς τον Κολοκοτρώνη.
- "Κάνε νισάφι στην Τουρκιά, κόψε, μόν' άφσε κιόλας"
- Τι τσαμπουνάς, βρωμότουρκε; τι λες παλιομουρτάτη;
- Νισάφι έκαμες εσύ στην έρημη Βοστίτσα
- οπόσφαξες τ' αδέρφια μας κι όλους τους εδικούς μας;
Ετυμολογία
κόβω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κόβω < αρχαία ελληνική κόπτω. Για την αλλαγή -πτ- > -β- δείτεκόβω
Άλλοι τύποι
έκοβαέκοψακομμένοςκόβομαικόπηκακόψω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →