Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καφεκοτπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον καφεκόπτη ή το καφεκοπτείο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. καφεκοπτικό μηχάνημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καφεκοτπικός < καφεκόπτης / καφεκοπτείο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαφεκοτπικόςκαφεκοτπικήκαφεκοτπικό
Γενικήκαφεκοτπικούκαφεκοτπικήςκαφεκοτπικού
Αιτιατικήκαφεκοτπικόκαφεκοτπικήκαφεκοτπικό
Κλητικήκαφεκοτπικέκαφεκοτπικήκαφεκοτπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαφεκοτπικοίκαφεκοτπικέςκαφεκοτπικά
Γενικήκαφεκοτπικώνκαφεκοτπικώνκαφεκοτπικών
Αιτιατικήκαφεκοτπικούςκαφεκοτπικέςκαφεκοτπικά
Κλητικήκαφεκοτπικοίκαφεκοτπικέςκαφεκοτπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →