καφενές
•
- λαϊκότροποτο καφενείο Βικιλεξικό
- Κι όταν ανάψουν οι λάμπες του πετρελαίου, οι άνθρωποι αραδιασμένοι στους καφενέδες πίνουν ρακί με χταπόδι. (Ασημάκης Πανσέληνος (1974). Τότε που ζούσαμε [αναμνήσεις])
Ετυμολογία
καφενές < (άμεσο δάνειο) τουρκική kahvehane + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφενές | καφενέδες |
| Γενική | καφενέ | καφενέδων |
| Αιτιατική | καφενέ | καφενέδες |
| Κλητική | καφενέ | καφενέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →