καφεποσία
•
- το να πίνει κάποιος (πολύ) καφέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καφεποσία < καφές + πόση + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφεποσία | καφεποσίες |
| Γενική | καφεποσίας | καφεποσιών |
| Αιτιατική | καφεποσία | καφεποσίες |
| Κλητική | καφεποσία | καφεποσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →