καφρίλα
•
- η ιδιότητα τού να είναι κανείς κάφρος Βικιλεξικό
- ένα πλήθος κάφρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καφρίλα < κάφρ(ος) + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφρίλα | καφρίλες |
| Γενική | καφρίλας | — |
| Αιτιατική | καφρίλα | καφρίλες |
| Κλητική | καφρίλα | καφρίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →