Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καφρίλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα τού να είναι κανείς κάφρος Βικιλεξικό
  2. ένα πλήθος κάφρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καφρίλα < κάφρ(ος) + -ίλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαφρίλακαφρίλες
Γενικήκαφρίλας—
Αιτιατικήκαφρίλακαφρίλες
Κλητικήκαφρίλακαφρίλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →