κάφρος
•
- κάποιος που δρα χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη του τα συναισθήματα ή/και την ενόχληση των άλλων Βικιλεξικό
- ο κάφρος είπε ότι θα με περίμενε στη στάση του λεωφορείου αλλά τελικά πήγε για καφέ
- μου πήρε 10 ευρώ για να με βοηθήσει με την άσκηση του σχολείου! Πολύ κάφρος!
- στο φουαγιέ έχει πινακίδες που απαγορεύουν το κάπνισμα αλλά οι κάφροι τις έχουν γραμμένες στα παλιότερα των υποδημάτων τους
Ετυμολογία
κάφρος < (άμεσο δάνειο) ιταλική cafro < αγγλική kaffir / kaffer < αραβική كفار (kaffār: άπιστος) < كفر (kafara: απιστώ) < ρίζα ك ف ر (k-f-r)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάφρος | κάφροι |
| Γενική | κάφρου | κάφρων |
| Αιτιατική | κάφρο | κάφρους |
| Κλητική | κάφρε | κάφροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →