Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καχεκτικός

/ka.çe.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν αναπτύσσεται κανονικά, παρουσιάζει συμπτώματα καχεξίας, αδυνατίσματος, μαρασμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καχεκτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καχεκτικός → δείτε τους όρους καχεξία, κακο- και καχ-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαχεκτικόςκαχεκτικήκαχεκτικό
Γενικήκαχεκτικούκαχεκτικήςκαχεκτικού
Αιτιατικήκαχεκτικόκαχεκτικήκαχεκτικό
Κλητικήκαχεκτικέκαχεκτικήκαχεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαχεκτικοίκαχεκτικέςκαχεκτικά
Γενικήκαχεκτικώνκαχεκτικώνκαχεκτικών
Αιτιατικήκαχεκτικούςκαχεκτικέςκαχεκτικά
Κλητικήκαχεκτικοίκαχεκτικέςκαχεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →