καχεξία
•
- κακή κατάσταση ενός οργανισμού, εξαιτίας ελλιπούς πρόσληψης τροφής ή για παθολογικούς λόγους Βικιλεξικό
- μεταφορικάη γενικότερη κακή κατάσταση ενός πράγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καχεξία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καχεξία < αρχαία ελληνική κακός, καχ- + θέμα εξ- από το ρήμα ἔχω + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καχεξία | καχεξίες |
| Γενική | καχεξίας | καχεξιών |
| Αιτιατική | καχεξία | καχεξίες |
| Κλητική | καχεξία | καχεξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →