Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καψερός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοπου έχει πολλά βάσανα ή τον έχουν βρει συμφορές και αξίζει να τον λυπόμαστε ή να τον συμπαθούμε Βικιλεξικό
    • δεκατέσσερω με γέννησε, μόνο που ήμουν, φαίνεται, από τότενες ανάποδη, γιατί βγήκα με τα ποδάρια και της έσκισα τα βάρδουλα της καψερής, κόντεψε να πεθάνει απ' την αιμορραγία, κι έπειτα από μένα, όσο κι αν πάσχισε, δεν ξανάπιασε παιδί. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)

Ετυμολογία

καψερός < μεσαιωνική ελληνική καψερός < κάψα + -ερός < αρχαία ελληνική καίω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαψερόςκαψερήκαψερό
Γενικήκαψερούκαψερήςκαψερού
Αιτιατικήκαψερόκαψερήκαψερό
Κλητικήκαψερέκαψερήκαψερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαψεροίκαψερέςκαψερά
Γενικήκαψερώνκαψερώνκαψερών
Αιτιατικήκαψερούςκαψερέςκαψερά
Κλητικήκαψεροίκαψερέςκαψερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →